Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Όνειρα γεμάτα επιθυμίες.


Οι επιθυμίες μας είναι τα προσωπικά όνειρα της καθημερινότητας μας. Τα όνειρα όμως που έχουμε στον ονειρικό κόσμο και όχι στον πραγματικό, αποτελούν πράγματι τις επιθυμίες μας?

Σύμφωνα με την θεωρία του Sigmund Freud, τα όνειρα παρουσιάζονται σαν ένα παράθυρο στο ασυνείδητο (ο Freud τα προσδιόριζε σαν το βασιλικό δρόμο προς το ασυνείδητο) και αποτελούν την γλώσσα αυτού. Αυτά, κατά την άποψη του, αποκαλύπτουν επιθυμίες κυρίως σεξουαλικού τύπου και αισθήματα τα οποία είχαμε καταπιέσει κατά την παιδική μας ηλικία. Επίσης, θεωρεί πως τα όνειρα μας επιτρέπουν να εκπληρώσουμε τις επιθυμίες μας αυτές και να εκφράσουμε επιθετικές και σεξουαλικού τύπου φαντασιώσεις των οποίων η πραγματοποίηση είναι αδύνατη στην καθημερινότητα μας. Ισχυρίζεται πως σε όλα τα όνειρα ενυπάρχει κάποιο σεξουαλικό νόημα. Έτσι «όνειρα που είναι εμφανώς αθώα πάντα εκφράζουν βίαιες ερωτικές επιθυμίες». Ο λόγος της απώθησης των σεξουαλικών επιθυμιών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της ζωής.Συγκεκριμένα αναφέρει: «Αθέμιτες επιθυμίες που τις νομίζουμε ξένες στην ανθρώπινη φύση, δυναμώνουν στον ύπνο, ώστε να προκαλούν όνειρα πραγματοποιήσεώς των. Το μίσος δίνει και παίρνει στα όνειρα. Επιθυμίες εκδικήσεως, θανατώσεως προσφιλών προσώπων, γονέων, αδελφών, συζύγου, δεν σπανίζουν». Και τούτο διότι είναι δυνατόν να ο άνθρωπος να είναι έρμαιο των επιθυμιών του και των ενστικτωδών παρορμήσεων του. Κατά αυτόν επομένως τα όνειρα αποτελούν μια βαλβίδα εκτόνωσης ασφαλείας καθότι οι επιθυμίες του ασυνείδητου έρχονται σε σύγκριση με της απαιτήσεις της καθημερινότητας. Επομένως τα όνειρα αποτελούν τον τρόπο εμφάνισης στη συνείδηση των απωθημένων ασυνείδητων σεξουαλικών επιθυμιών. Σύμφωνα πάντα με αυτή τη θεωρία η προσπάθεια ερμηνείας των ονείρων μας θα μας βοηθήσει το ψυχολογικό επίπεδο της συνειδητής μας ζωής.

Απραγματοποίητα όνειρα

Στην πορεία της ζωής μας, κάνουμε όνειρα. Κάποια τα έχουμε από μικρά παιδιά, όταν μας ρωτούσαν «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», και τα κρατήσαμε ζωντανά σε μια γωνιά του εαυτού μας, και άλλα γεννήθηκαν αργότερα, χωρίς να μπορούν πάντα να πραγματοποιηθούν. Έρχεται κάποτε η στιγμή που πρέπει να παραδεχτούμε ότι «είναι αργά πια» ή μήπως δεν είναι ποτέ αργά γι’ αυτά που πραγματικά θέλουμε; Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας να ακολουθούμε στις σημαντικές αποφάσεις της ζωής μας τη λογική. Διδασκόμαστε να μην είμαστε παρορμητικοί, να μην αφήνουμε εφήμερες επιθυμίες να μας παρασύρουν, να ζυγίζουμε τα υπέρ και τα κατά, να υπολογίζουμε τις συνέπειες, να είμαστε ρεαλιστές, να μη ρισκάρουμε χωρίς λόγο, να μην ξεκινάμε κάτι αν δεν εξασφαλίσουμε τη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα για το αποτέλεσμα. Όλα αυτά, βέβαια, είναι πολύ χρήσιμα και σωστά και μας βοηθούν πολύ όταν σχεδιάζουμε τα βήματα της ζωής μας. Μέσα σε όλη αυτή τη λογική της σιγουριάς, της εξασφάλισης και της ελαχιστοποίησης του ρίσκου, όμως, δεν μπορεί παρά να διαλέξουμε και δρόμους που καμιά φορά παρεκκλίνουν πολύ από αυτά που επιθυμούμε, ονειρευόμαστε ή πιστεύουμε. Φτάνει, λοιπόν, κάποια στιγμή -και όχι μόνο μία φορά- στη ζωή μας που κάνουμε μια στάση, ρίχνουμε μια κριτική ματιά σε ό,τι είμαστε και κάνουμε, και αναρωτιόμαστε: «Αυτό είναι, λοιπόν;». Συνειδητοποιούμε τότε με λύπη, παράπονο, θυμό, απογοήτευση, ή απλώς με μια μικρή δόση νοσταλγίας, ότι ίσως βρισκόμαστε κάπου αλλού από εκεί που είχαμε φανταστεί. Ή ότι κάποια πράγματα που θέλαμε πολύ έχουν γίνει πια πολύ μακρινά και απρόσιτα για εμάς. Στιγμές σύγχυσης και αμηχανίας σε σχέση με κάποια όνειρα ή ιδανικά που φαίνονται ξεπερασμένα ή ιδέες και επιθυμίες που μοιάζουν ουτοπικές βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, λιγότερο ή περισσότερο έντονα. Αισθανόμαστε ανικανο­ποίητοι και δεκάδες αγωνιώδη ερωτήματα αναδύονται από μέσα μας: «Πόσο ευτυχισμένος/η είμαι με τη ζωή μου;», «Από πού ήρθε τώρα αυτό;», «Μήπως αρχίζω να τρελαίνομαι;», «Να τα τινάξω όλα στον αέρα;», «Τελικά το θέλω πραγματικά ή έχω απλώς κολλήσει;» «Κι αν είναι μόνο μια φαντασίωση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο;». Από την άλλη, όσο πιο πιεστικά γίνονται τα ερωτήματα αυτά, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι αυτή η ζωή είναι η μόνη που έχουμε και όχι μια prova generale μιας άλλης, καλύτερης ζωής που πρόκειται να έρθει. Ως εκ τούτου, το δίλημμα είναι μεγάλο και η αγωνία συχνά ανυπόφορη. Το πιο δύσκολο από όλα είναι ότι πρέπει να αφήσουμε μια κατάσταση οικεία και συνήθως βολική για κάτι άγνωστο και απρόβλεπτο. Ακόμη κι αν είμαστε εντελώς δυσαρεστημένοι με τη δουλειά, το γάμο, τη γενικότερη τροπή που έχει πάρει η ζωή μας, δεν παύουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς μέσα στο γνώριμο πλαίσιο που αυτά μας παρέχουν. Το «άλλο» αντίθετα, το όνειρο, το ιδανικό, η ιδέα, δεν έχει συνήθως καμία σχέση με την πραγματικότητά μας. Κάθε άλλο μάλιστα: Είναι συχνά αόριστο, υπερεκτιμημένο και τόσο εξιδα­νικευμένο, που φοβόμαστε να το πλησιά­σουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που κάτι τέτοιο μπορεί να μετατραπεί από όνειρο που δίνει φτε­ρά σε φορτίο που μας παραλύει.

Δίνοντας στο όνειρο σάρκα και οστά

Όταν έρχεται η στιγμή που νοσταλγούμε, μετανιώνουμε, λυπόμαστε ή λαχταράμε κάτι που φαίνεται δύσκολο, τότε καλούμαστε να καταλάβουμε τι θέλουμε πραγματικά και τι μας ωθεί ή μας εμποδίζει να το ακολουθήσουμε. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται σίγουρα δύναμη, ηρεμία, θάρρος. Ιδιότητες που έχουμε όλοι μέσα μας, αλλά συνήθως δεν συνειδητοποιούμε παρά μόνο όταν έρθουμε αντιμέτωποι με τέτοια όνειρα και επιθυμίες. Αυτή είναι και η συνεισφορά τους στη ζωή μας: Ότι μας αναγκάζουν να βγούμε από την κάπως νεφελώδη κατάσταση της ανασφάλειας, της βολής, του φόβου και των ενδοιασμών και να ψηλαφίσουμε καλύτερα τα όρια του εαυτού μας. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα η πραγματοποίηση του ονείρου. Είναι, όμως, η επίγνωση του ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε, τι ξέρουμε, τι μπορούμε, ποιους αγαπάμε και ποιοι μας αγαπούν. Αν τελικά αυτή η αναζήτηση δείξει πως το όνειρό μας εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και δελεαστικό και θέλουμε ακόμη να το ακολουθήσουμε, τότε κάποια πρακτικά βήματα θα κάνουν πιο πιθανή και πιο εύκολη την πραγματοποίησή του. Το κυριότερο είναι ότι κάτι που υπήρχε μόνο μέσα στο μυαλό μας, σαν ιδέα και φαντασίωση, πρέπει να πάρει πραγματικές διαστάσεις. Εκτός από οραματιστές, πρέπει λοιπόν να γίνουμε και ορθολογιστές. Σκεφτείτε:
• Η πραγματοποίηση κάθε σχε­δίου δεν γίνεται ποτέ με τη μία. Είναι απαραίτητο να σκεφτούμε μικρά βήματα και να προχωρήσουμε σταδιακά στην πραγματοποίησή τους.
• Δύο μυαλά σκέφτονται συνήθως πιο καθαρά από ένα. Ακόμη κι αν σκοπεύουμε να προχωρήσουμε μόνοι, μπορεί να είναι πολύ αποδοτική μια συζήτηση με κάποιον που εμπιστευόμαστε και που έχει κάποια γνώση του θέματος, είτε αυτός είναι φίλος είτε ειδικός.
• Η αλλαγή από μια κατάσταση σε μια άλλη έχει συνήθως μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία δεν είμαστε ούτε εδώ ούτε εκεί. Όσο πιο καλά έχουμε σχεδιάσει και προνοήσει γι’ αυτή την περίοδο, τόσο πιο ομαλά θα βιώσουμε την αλλαγή, και εμείς αλλά και οι άνθρωποι γύρω μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου